spuros georgatos 181064

Διεκδικώντας την ακαδημαϊκότητα στη μετα-ακαδημαϊκή εποχή(1)

Του Σπύρου Γεωργάτου*

Σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε το 2008, ο γνωστός φυσικός Φίλιπ Μόριαρτι σημειώνει: «Η αυξανόμενη έμφαση που δίνει το σύγχρονο πανεπιστήμιο στην εμπορική εκμετάλλευση των ερευνητικών αποτελεσμάτων βρίσκεται σε απόλυτη δυσαρμονία με τις θεμελιώδεις αρχές της ακαδημαϊκότητας. Οι επιστήμονες που χρηματοδοτούνται από το κράτος έχουν την υποχρέωση να ασκούν τα καθήκοντά τους για το δημόσιο καλό. Αυτή η ευθύνη δεν είναι συμβατή με την επιχειρηματική ηθική που αξιώνουν ολοένα και περισσότερο η κυβέρνηση και οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί».2

Η θέση που διατυπώνει ο Μόριαρτι δεν είναι η κριτική ενός αριστερού ριζοσπάστη, αλλά η αποτύπωση μιας νέας πραγματικότητας στον ακαδημαϊκό χώρο. Σε σφυγμομέτρηση που έγινε το 2014 από τη μεγαλύτερη επιστημονική ένωση του κόσμου (την Αμερικανική Ένωση για την Προώθηση της Επιστήμης), περίπου το 50% των ερευνητών / πανεπιστημιακών απάντησε ότι η πίεση για την ανάπτυξη εμπορικά εκμεταλλεύσιμων προϊόντων επηρεάζει υπερβολικά -και ως μη ώφειλε- την κατεύθυνση της έρευνάς τους.3 Το κρίσιμο ερώτημα είναι βέβαια εάν η πίεση της αγοράς αναγκάζει την ερευνητική κοινότητα να εστιάσει τις προσπάθειές της πάνω σε προβλήματα που απασχολούν πράγματι την κοινωνία ή εάν αυτό υπαγορεύεται μόνο από την επιδίωξη άμεσου κέρδους υπονομεύοντας την «ακαδημαϊκότητα».

Ένα καλό αναλυτικό πλαίσιο για να συζητηθούν αυτά τα προβλήματα είναι εκείνο που σκιαγραφεί ο Τζον Ζίμαν στο βιβλίο του «Πραγματική Επιστήμη».4 Υπερβαίνοντας τις συνήθεις κατηγοριοποιήσεις (π.χ., βασική και εφαρμοσμένη έρευνα), ο Ζίμαν αντιδιαστέλλει την «ανιδιοτελή» έρευνα (disinterested research) από την «ιδιοτελή». Η ανιδιοτελής έρευνα είναι αυτή που σχεδιάζεται και υλοποιείται ανεξάρτητα από ειδικά συμφέροντα ή τρέχουσες ανάγκες της αγοράς, ενώ η ιδιοτελής εκείνη που συναρτάται -αμέσα ή έμμεσα- με την κερδοφορία. Ο Ζίμαν υποστηρίζει ότι η έρευνα που προσδιορίζεται από την αγορά έχει έναν καθαρά εργαλειακό χαρακτήρα. Αντίθετα, η έρευνα που τροφοδοτείται από την επιστημονική περιέργεια αποτελεί όχι μόνο μια αστείρευτη πηγή καινοτομίας, αλλά και αυταξία, γιατί συμβάλλει στην αύξηση του αποθέματος της «γενικής γνώσης» - ένα αδιαμφισβήτητο κοινωνικό αγαθό. Αρκεί να σκεφθεί κανείς τη σημασία που έχει στις μέρες μας η εξοικείωση του μέσου πολίτη με τα επιτεύγματα της ψηφιακής τεχνολογίας, τις νέες δυνατότητες που προσφέρει η σύγχρονη Βιολογία και η Ιατρική και τα καινούργια στοιχεία που προκύπτουν από την έρευνα στην Ιστορία και τις Κοινωνικές Επιστήμες για να συνειδητοποιήσει ότι χωρίς αυτή τη «γενική γνώση» οι σύγχρονες κοινωνίες θα ήταν πραγματικά ανάπηρες.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ανιδιοτελής έρευνα που χρηματοδοτείται από το Δημόσιο αποδεικνύεται εξάλλου πιο αποτελεσματική -και τελικά πιο «χρήσιμη»- από την έρευνα που σχεδιάζεται με αποκλειστικό γνώμονα τη χρηστικότητά της. Αναλύοντας μια σειρά περιπτώσεων, από το iPhone ώς το GPS, η Μαριάνα Μαζουκάτο αποδεικνύει ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις βρίσκουν το θάρρος να επενδύσουν μόνο όταν το Δημόσιο αναλάβει τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων υψηλού ρίσκου στις πρώτες φάσεις μιας καινοτόμου εφαρμογής.5 Είναι επίσης γνωστό ότι οσάκις η επιστημονική κοινότητα στρατεύθηκε στην κατεύθυνση μιας «μεγάλης αποστολής» -όπως η κατασκευή της ολικής τεχνητής καρδιάς ή ο λεγόμενος πόλεμος κατά του καρκίνου-, τα αποτελέσματα ήταν μάλλον πενιχρά. Αντίθετα, η ελεύθερη έρευνα στις καθαρές επιστήμες αποτυπώθηκε σε νέες διαγνωστικές μεθόδους (όπως η μαγνητική τομογραφία) ή προϊόντα ευρείας χρήσης (όπως τα κινητά τηλέφωνα). Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει ότι οι καινοτόμες εφαρμογές δεν προκύπτουν με έναν γραμμικό τρόπο, αλλά μέσα από «ευτυχείς συγκυρίες» που συνήθως δεν είναι προβλέψιμες.

Το 1980 υιοθετήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες η περίφημη Πράξη Μπέι-Ντολ (Bayh-Dole Act). Ο νέος αυτός θεσμός επιτρέπει στα πανεπιστήμια να κατοχυρώσουν πνευματικά δικαιώματα (πατέντες) και να διαθέσουν αποκλειστικές άδειες αξιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων που παράγονται με δημόσια χρηματοδότηση σε ιδιωτικές εταιρείες. Οι υποστηρικτές του συγκεκριμένου μοντέλου υπογραμμίζουν τις αρετές του συγκρίνοντάς το με ό,τι ίσχυε προηγουμένως στον τομέα της μεταφοράς τεχνολογίας. Στην Ευρώπη, οι πατέντες που προέκυπταν από τη δημόσια χρηματοδοτούμενη έρευνα ήταν μέχρι πρότινος αποκλειστικό προνόμιο των ερευνητών - καθηγητών (professor's privilege). Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι τίτλοι ανήκαν αποκλειστικά στο Δημόσιο, που διέθετε όμως τις άδειες αξιοποίησής τους με μη αποκλειστικό τρόπο, δηλαδή σε περισσότερες από μία ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Το μοντέλο Μπέι - Ντολ δεν είναι άτρωτο σε κριτική. Ακόμα και οι «φιλικοί» αναλυτές παρατηρούν ότι τα έσοδα που προκύπτουν με αυτόν τον τρόπο συγκεντρώνονται κυρίως σε «μεγάλους παίκτες». Από τα 3,4 δισ. δολάρια που εισέρρευσαν το 2008 σε όλα τα ιδρύματα των Ηνωμένων Πολιτειών (που αριθμούν μερικές χιλιάδες), το 24% αφορά το Πανεπιστήμιο Νορθγουέστερν, το 12% το Νοσοκομείο Σίτι οφ Χόουπ και το 16% το Μεμόριαλ - Σλόουν Κέτεριγκ, το Νοσοκομείο Παίδων της Φιλαδέλφειας και το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Επίσης, τα στοιχεία δείχνουν ότι το 60%-80% των εσόδων δεν αποδόθηκε ποτέ στα ίδια τα ιδρύματα, αλλά σε φυσικά πρόσωπα ή συγκεκριμένα εργαστήρια.6

Ακόμη ένα «παραπροϊόν» του μοντέλου Μπέι - Ντολ είναι ότι τα πανεπιστήμια πατεντάρουν ολοένα και περισσότερο ερευνητικά εργαλεία και όχι ερευνητικά αποτελέσματα, πράγμα που εμποδίζει τη διάχυση της γνώσης. Πιο σημαντικό όμως είναι ότι, όταν μια πατέντα που ανήκει σε πανεπιστήμιο καταλήξει σε εμπορικό προϊόν, κανείς δεν εξασφαλίζει ότι αυτό το προϊόν θα διατεθεί σε προσιτές τιμές.7 Στην περίπτωση των φαρμάκων, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ένα σπιράλ ανατιμήσεων και σε συνακόλουθη αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών.

Η πολιτική που ακολουθείται στον τομέα των πνευματικών δικαιωμάτων επαναφέρει τη συζήτηση εκεί από όπου ξεκίνησε. Τι σημαίνουν όλα αυτά για το «ακαδημαϊκό ήθος»; Τα στοιχεία είναι συντριπτικά: Η πίεση της αγοράς προκαλεί σωρεία εκφυλιστικών φαινομένων στο πανεπιστήμιο, όπως η «υπερβολή» (hype) και η επιλεκτική επικοινωνιακή προβολή ορισμένων ερευνητικών αποτελεσμάτων εις βάρος άλλων, η αδόκιμη χρήση των βιβλιομετρικών δεδομένων για να δικαιολογηθούν ειλημμένες αποφάσεις στην πολιτική έρευνας που ακολουθούν οι διάφοροι φορείς και η μεροληπτική μεταχείριση του επιστημονικού έργου από μεγάλους εκδοτικούς οίκους και περιοδικά.

Είναι βέβαια αυτονόητο ότι τα δημόσια ιδρύματα δεν μπορεί να είναι απομονωμένα από την παραγωγική διαδικασία. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να επανεφεύρουμε ένα θεσμικό πλαίσιο που θα διευκολύνει μεν τις συμπράξεις δημόσιου - ιδιωτικού, αλλά ταυτόχρονα θα διασφαλίζει τα συμφέροντα της κοινωνίας. Βασικός όρος για να επιτευχθεί η γόνιμη ανταλλαγή τεχνολογίας και νέας γνώσης χωρίς εκπτώσεις σε ό,τι αφορά τις παραδόσεις και τις ηθικές αξίες του πανεπιστημίου είναι τα δημόσια ιδρύματα να προσέλθουν σε αυτή τη συνεργασία ως ένα θεσμικά θωρακισμένο και επαρκώς χρηματοδοτημένο δίκτυο φορέων. Αυτό θα τους επιτρέψει να διατηρήσουν τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα τους και να οικοδομήσουν την απαραίτητη «ικανότητα» που θα προσελκύσει την πραγματικά καινοτόμο επιχειρηματικότητα, αποκλείοντας τους καιροσκόπους.

1Παραλλαγήτουτίτλουστοάρθροτου P. Moriarty Reclaiming academia from post-academia. Nature nonotechnology, 3: 60-62 (2008).

Στοίδιο.

T. Caulfield and U. Ogbogu, The commercialization of university-based research: Balancing risks and benefits. BMC Medical Ethics 16:70 (2015).

J. Ziman, Real Science, Cambrodge University Press (2000).

M. Mazzucato, The Entrepreneurial State. Demos (2011).

V. Loiseand A. J. Stevens, The Bayh-Dole Act Turns 30. les Nouvelles, 185-194 (2010).

W. D. Valdivia, Bayh-Dole has its consequences. Innovation America, 11: number 2 (2013).

* Ο Σπύρος Γεωργάτος είναι πανεπιστημιακός

ΠΗΓΗ http://www.avgi.gr/article/6546376/diekdikontas-tin-akadimaikotita-sti-meta-akadimaiki-epoxi-1-

Τομέας Έρευνας & Καινοτομίας

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας & Θρησκευμάτων

Αν. Παπανδρέου 37. 151 80 Μαρούσι

ΥΠ.Π.Ε.Θ - Έρευνα & Καινοτομία - copyright © 2018 - Δ/νση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης - Τμήμα Ενημέρωσης του Πολίτη

Πληροφορίες για τον ιστότοπο